Η έννοια του ελέγχου και της αυθυπαρξίας
Δύο έννοιες συμπληρωματικές και τόσο διαφορετικές, που η μία απωθεί την άλλη, δίνοντάς της νόημα για ζωή.
Πέρασε ένας χρόνος από τότε που, στην τελευταία μου διπλωματική, κατέληξα με ασφάλεια στο συμπέρασμα ότι κανείς εν τέλει δεν υπήρξε κυρίαρχος. Για κανέναν, για τίποτα, ούτε καν για τον ίδιο του τον εαυτό.
Έρχομαι τώρα να σκεφτώ και να ανακαλύψω ποια άραγε υπόγεια δύναμη ωθεί εμάς τους ανθρώπους στην ανάγκη να κρατάμε σφιχτά τα ηνία του ελέγχου, χωρίς να δίνουμε πρόσβαση σε αυτά.
Το αστείο είναι ότι δεν χρειάστηκε ένα τρίτο μεταπτυχιακό για να το σκεφτώ.
Ίσως μερικά κοινωνικά πειράματα, κάποιες αυθόρμητες αποφάσεις και μια λεπτομερής καταγραφή γεγονότων.
Παίρνοντας τις αποφάσεις μου, συνειδητά επιλέγοντας να ρισκάρω και να επιλέξω χωρίς να γνωρίζω την έκβαση, άρχισα κάπως να παρατηρώ περισσότερο.
Όχι απαραίτητα τους άλλους.
Εμένα.
Τις μικρές επαναλήψεις που, όταν συμβαίνουν μεμονωμένα, μοιάζουν ασήμαντες. Τον τρόπο που αντιδρώ σε κάτι πριν προλάβω να σκεφτώ. Τις αποφάσεις που μοιάζουν αυθόρμητες, αλλά έχουν, κατά έναν περίεργο τρόπο, κάτι γνώριμο. Την έλξη προς ορισμένες καταστάσεις, ακόμη κι όταν ξέρω ήδη πού μπορεί να οδηγήσουν.
Και ύστερα, τις συμπτώσεις.
Γιατί είναι εύκολο να ονομάσεις κάτι σύμπτωση όταν συμβαίνει μία φορά. Όταν όμως αρχίζει να αποκτά επανάληψη, η λέξη κάπως μικραίνει.
Ίδιες συμπεριφορές, σε διαφορετικές συνθήκες.
Ίδιες ανάγκες, με διαφορετικά πρόσωπα.
Ίδιες αποστάσεις, διαφορετικές αφορμές.
Και κάπου εκεί αρχίζει να γίνεται ενδιαφέρον το ζήτημα της επιλογής.
Γιατί μπορεί να αλλάζουμε ανθρώπους, τόπους, συνθήκες, ακόμη και τον τρόπο με τον οποίο αφηγούμαστε στον εαυτό μας όσα συνέβησαν.
Αλλά πόσο εύκολο είναι, τελικά, να αλλάξουμε το σημείο από το οποίο τα κοιτάμε;
Ίσως αυτός να είναι και ο πιο ύπουλος τρόπος με τον οποίο λειτουργούν τα μοτίβα. Δεν έρχονται πάντα με την ίδια μορφή.
Μερικές φορές αλλάζουν πρόσωπο.
Αλλάζουν εποχή.
Αλλάζουν όνομα.
Κι όμως, κάπως, τα αναγνωρίζεις.
Ή μάλλον, τα αναγνωρίζεις λίγο αργότερα.
Όταν έχεις ήδη περπατήσει αρκετά στα σοκάκια τους.
Και τότε η έννοια του ελέγχου αποκτά μια κάπως διαφορετική σημασία.
Γιατί ίσως δεν ήταν ποτέ το ζητούμενο να ελέγξουμε όσα μας συμβαίνουν.
Ίσως ήταν να καταλάβουμε γιατί, από όλα όσα μπορούσαμε να επιλέξουμε, καταλήξαμε πάλι εκεί.
Έναν χρόνο μετά, λοιπόν, δεν ξέρω αν έχω καταλήξει κάπου. Περίεργο και εντελώς ανακόλουθο για εμένα να είμαι σίγουρη για κάτι. Να έχω στα χέρια μου ένα ασφαλές πόρισμα.
Ξέρω μόνο ότι πλέον, όταν κάτι μοιάζει υπερβολικά γνώριμο, δεν βιάζομαι να το ονομάσω τύχη. Ούτε αστερισμό ζωδίων. Ούτε μοίρα, μασώντας δάφνες, σαν άλλη Πυθία.
Κάπου, κάποτε, το έχω ξαναδεί.
Το ένστικτό μου βγαίνει πάντοτε αληθινό.
Απλώς δεν θυμάμαι ακόμη πού.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου